Η "παραθύρα"
Ήταν κάποτε στο χωριό ο Γιάννης που αρκετά συχνά ξέμενε από λεφτά,κάποια λοιπόν από αυτές τις φορές σκέφτηκε να επισκεφτεί τον μπάρμπα-Γιώργη που αυτός πάντοτε είχε και να του ζητήσει δανεικά.
Πάει λοιπόν του χτυπάει την πόρτα μπαίνει μέσα και βρίσκει τον μπαρμπα-Γιώργη περικοπά* να στρίβει μια τσιγάρα, "τι είναι ουρέ, τι έπαθες? " του λέει.
-Να μπάρμπα-Γιώργη θέλου να σ' χαλέψου κάτι και ντρέπουμι
-Άμα ντρέπουσαν δεν θα έρχουσαν ουρέ, άι πες μου τώρα
-Μπάρμπα χρειάζουμαι 100δρχ. και τέλους του μήνα θα στα δώσω
-Σήκου και κοίτα εκία στ' παραθύρα**, έχει μέσα, άπλουσε και πάρε
Πάει λοιπόν ο Γιάννης παίρνει τα λεφτά και φεύγει αφού πρώτα ευχαρίστησε τον μπάρμπα-Γιώργη, Και αφού πέρασε ο μήνας πέρασε και ο επόμενος πέρασε και ο τρίτος ο Γιάννης "ξέχασε" να επιστρέψει τα λεφτά.
Ο καιρός περνούσε μέχρι που κάποια στιγμή ο Γιάννης χρειάστηκε και πάλι δανεικά, παέι ξανά στον μπάρμα-Γιώργη και του λέει:
- Μπάρμπα μην έχς 100δρχ να μ' δωκς μέχρι τέλους του μήνα
- Βέβαια κ' έχου ουρέ, άπλουσε εκία στ' παραθύρα κι πάρε
Πάει ο Γιάννης και κοιτάει στην παραθύρα και λέει στον μπάρμπα-Γιώργη:
-Ο μπάρμπα-Γιώργη εδώ δεν έχει τίπουτις
-Δεν έβαλες παιδί μου και δεν έχει ,άμα έβανες θα είχε του αποκρίθηκε ο μπάρμπα-Γιώργης.
*ξαπλωμένος στο πάτωμα δίπλα στο τζάκι **Έσοχή στον τοίχο κατάλληλη για την φύλαξη αντικειμένων και χρημάτων.
